Γράφει ο Μιχάλης Καρχιμάκης*
Τα δείγματα γραφής της Kυβέρνησης Μητσοτάκη σε θέματα διαφάνειας και καταπολέμησης του οικονομικού εγκλήματος γεννούν σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον.
Στη χώρα που κατέχει το θλιβερό, παγκόσμιο ρεκόρ δημόσιας δαπάνης για τη διάσωση τραπεζών, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δημιουργεί ειδικό καθεστώς ποινικής ασυλίας για τα τραπεζικά στελέχη, ενώ γίνεται κανόνας η ελαστική μεταχείριση των υπόπτων για ξέπλυμα χρήματος.
Με αλλαγή στον Ποινικό Κώδικα, η κυβέρνηση άπλωσε ένα πέπλο ποινικής ασυλίας στα στελέχη των τραπεζών, αλλά και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες περνούν όλο και περισσότερα προβληματικά δάνεια.
Ένας εισαγγελέας που θα λάβει καταγγελίες με οποιοδήποτε τρόπο, από μια εμπιστευτική αναφορά έως δημόσιες αποκαλύψεις από τον Τύπο, για πράξεις και παραλείψεις που πιθανόν ζημιώνουν μια τράπεζα, με σκοπό να αποκομίσουν αθέμιτα οφέλη κάποια στελέχη, έχει πλέον «δεμένα χέρια».
Δεν μπορεί να επέμβει αυτεπάγγελτα.
Ο μόνος δρόμος που μένει ανοικτός για να επέμβει η Δικαιοσύνη είναι αν υποβληθεί μια έγκληση από την ίδια τη διοίκηση της τράπεζας.
Μάλιστα, ήδη έχει αρχίσει μια αντίστροφη μέτρηση για να «σβήσουν» όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις, που διερευνούσε για χρόνια η Δικαιοσύνη και αφορούν το αδίκημα της απιστίας, με τις τράπεζες να φέρονται ότι έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από ενέργειες στελεχών τους.
Στις αρχές του 2020 θα έχει περάσει η μεταβατική περίοδος τριμήνου και, αν ως τότε δεν έχουν υποβάλει οι ίδιες οι τράπεζες εγκλήσεις για τα αδικήματα που διερευνήθηκαν αυτεπάγγελτα από τη Δικαιοσύνη, όσοι έχουν κατηγορηθεί θα αποφύγουν τις πιθανές συνέπειες των πράξεών τους.
Η ένωση δικαστών και εισαγγελέων επισήμανε τον κίνδυνο της ατιμωρησίας.
Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος υπογράμμισε, χωρίς η παρέμβαση της να ληφθεί υπόψη από την κυβέρνηση, ότι «η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απιστίας διώκεται πλέον κατ’ έγκληση και όχι αυτεπαγγέλτως» και επισήμανε «τον κίνδυνο ατιμωρησίας αλλά και διεθνούς έκθεσης της Χώρας, καθώς δεκάδες υποθέσεις που βρίσκονται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της ανάκρισης αλλά και στην ακροαματική διαδικασία, κινδυνεύουν, να ριφθούν στον κάλαθο των αχρήστων, ως ποινικά μη αξιόλογες και η Χώρα να εκτεθεί διεθνώς ως αναποτελεσματική στην δίωξη σοβαρότατων εγκλημάτων και ιδίως της διαφθοράς και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος».