Του Γ.Χ. Παπαγεωργίου
Στις ΗΠΑ η κυβέρνηση Μπάιντεν προαναγγέλλει τις μεγαλύτερες κρατικές δαπάνες στη μεταπολεμική περίοδο για επενδύσεις και κοινωνικές πολιτικές. Για να χρηματοδοτηθούν οι δαπάνες αυτές, που ανέρχονται σε 8,2 τρισ. δολάρια την επόμενη δεκαετία, σχεδιάζεται αύξηση της φορολογίας στα υψηλότερα εισοδήματα και δανεισμός που θα εκτοξεύσει το δημόσιο χρέος της χώρας σε πρωτοφανή επίπεδα.
Οι ΗΠΑ, καθώς διαφαίνονται το τέλος της πανδημίας και η έξοδος από την οικονομική κρίση, αντί να πατήσουν φρένο, πατάνε γκάζι για να περάσουν την οικονομία σε άλλη «πίστα».
Στην Ευρώπη, αφού μετά κόπων και βασάνων εγκρίθηκαν οι διαδικασίες για το Ταμείο Ανάκαμψης, σχεδόν έναν χρόνο μετά τις πολιτικές αποφάσεις που ελήφθησαν πέρυσι, η Κομισιόν είναι πλέον έτοιμη να εκδώσει ομόλογα για να δανειστεί τα ποσά με τα οποία θα χρηματοδοτήσει επενδύσεις και άλλες δράσεις συνολικού ύψους 750 δισ. ευρώ.
Είναι ασφαλώς πρόοδος το γεγονός ότι για πρώτη φορά οι χώρες της Ε.Ε. δανείζονται από κοινού για κονδύλια τα οποία θα διαμοιραστούν στις χώρες-μέλη, αλλά είναι φανερό ότι οι πόροι που κινητοποιούνται δεν επαρκούν για ένα μεγάλο άλμα, ούτε συγκρίνονται με εκείνους των ΗΠΑ.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, είναι βαθιά πολιτικό.
Η ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης χαιρετίστηκε ως ένα πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της δημοσιονομικής ένωσης, μια πορεία που μπορεί να οδηγήσει σε κοινό προϋπολογισμό και ενιαία οικονομική πολιτική για τις χώρες της Ε.Ε., με μεταφορές πόρων από τις πλουσιότερες χώρες στις φτωχότερες.
Οι υποστηρικτές της δημοσιονομικής ένωσης προτείνουν ήδη τη μετατροπή του Ταμείου Ανάκαμψης σε έναν μόνιμο μηχανισμό, αλλά οι χώρες του σκληρού πυρήνα της Ε.Ε. επέμεναν ήδη από πέρυσι το καλοκαίρι ότι ο θεσμός αυτός θα έχει προσωρινό χαρακτήρα.
Καθώς μάλιστα γίνεται φανερό ότι οι αμερικανικές πρωτοβουλίες «αλλάζουν τον άνεμο» παγκοσμίως, τα «γεράκια» της Ευρώπης εμφανίζονται στο προσκήνιο και αρχίζουν να επισείουν τους κινδύνους του υψηλού χρέους, της δημοσιονομικής χαλάρωσης και του πληθωρισμού.