ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΑΔΕ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ
Επιτρέπεται, ουσιαστικά, σε άτομα που απέκτησαν χρηματικά ποσά μεγάλου ύψους χωρίς να τα δηλώσουν στις ελληνικές φορολογικές αρχές, προερχόμενα ακόμη κι από εγκληματικές δραστηριότητες, να τα μεταβιβάσουν μέσω trusts σε όποιους θέλουν χωρίς να τα εμφανίσουν στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος !!!
«Παράθυρο» καταστρατήγησης των διατάξεων της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας για τα τεκμήρια προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος – τα περίφημα «τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων» - ανοίγει εγκύκλιος της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία εκδόθηκε στις 24 Ιουλίου 2017 και παρέχει αναλυτικές οδηγίες προς όλες τις φορολογικές αρχές της χώρας για τη φορολογική μεταχείριση νομικών οντοτήτων που δεν αναγνωρίζονται από το ελληνικό φορολογικό δίκαιο αλλά υπόκεινται στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο.
Με την εγκύκλιο επιχειρούνται να απαντηθούν «ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στη Φορολογική Διοίκηση ως προς τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά τη φορολόγηση στην Ελλάδα των περιουσιακών στοιχείων που έχουν ανατεθεί σε διαχείριση εμπιστοσύνης (trust) ή έχουν μεταβιβασθεί σε ίδρυμα (foundation) της αλλοδαπής και των εισοδημάτων που αποκτώνται στα πλαίσια της εν λόγω διαχείρισης που πραγματοποιείται προς όφελος των δικαιούχων του». Ωστόσο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μια συγκεκριμένη οδηγία της εγκυκλίου λειτουργεί ως «Κερκόπορτα» στα «οχυρά» των «τεκμηρίων απόκτησης περιουσιακών στοιχείων» πίσω από τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο αμύνεται κατά των φαινομένων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής όσων έχουν αποκτήσει πλούτο με τρόπο παράνομο ή απλώς θέλουν να αποφύγουν τη δήλωση του πλούτου τους στην Εφορία. Με την οδηγία αυτή δίδεται η δυνατότητα σε όσους έχουν αποκτήσει αλλά δεν έχουν δηλώσει στις ελληνικές φορολογικές αρχές τεράστιου ύψους κεφάλαια να αποφύγουν την σε βάρος τους εφαρμογή των διατάξεων του παλαιού και του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για τις «τεκμαρτές δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων».
Στην εγκύκλιο διευκρινίζεται κατ’ αρχήν ότι: «To trust, άλλως εμπίστευμα - θεσμός με προέλευση το αγγλοσαξονικό δίκαιο - αποτελεί ιδιόμορφο καθεστώς διαχείρισης και εκκαθάρισης περιουσίας, το οποίο στερείται νομικής προσωπικότητας και δημιουργείται είτε με δήλωση του κυρίου της περιουσίας είτε με μεταβίβαση αυτής, εν ζωή είτε με διαθήκη. Ο ιδρυτής του εμπιστεύματος (settlor ή trustor) συμβάλλεται με πράξη συστάσεως (settlement) με τον εμπιστευματούχο (trustee) και του μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αυτός διαχειρίζεται προς όφελος άλλων προσώπων εμπιστευματοδόχων ή ωφελούμενων (beneficiaries) ή και του ίδιου (εμπιστευματούχου) ή και του ιδρυτή του εμπιστεύματος για εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, τον οποίο ορίζει. Ειδικότερα, ο εμπιστευματούχος αποκτά την περιουσία του ιδρυτή διακριτά από τη δική του περιουσία και οφείλει να τη διατηρεί και να την αποδίδει σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος, οι δε δικαιούχοι-ωφελούμενοι είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες, τα οποία απολαμβάνουν των ωφελειών του εμπιστεύματος από τους εμπιστευματούχους, είτε μέσω τακτικών πληρωμών, είτε με τη λήξη του εμπιστεύματος, επίσης βάσει των όρων που έθεσε ο ιδρυτής του (εν ζωή ή μετά θάνατον)».
Επιτρέπεται, ουσιαστικά, σε άτομα που απέκτησαν χρηματικά ποσά μεγάλου ύψους χωρίς να τα δηλώσουν στις ελληνικές φορολογικές αρχές, προερχόμενα ακόμη κι από εγκληματικές δραστηριότητες, να τα μεταβιβάσουν μέσω trusts σε όποιους θέλουν χωρίς να τα εμφανίσουν στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος !!!

«Παράθυρο» καταστρατήγησης των διατάξεων της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας για τα τεκμήρια προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος – τα περίφημα «τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων» - ανοίγει εγκύκλιος της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία εκδόθηκε στις 24 Ιουλίου 2017 και παρέχει αναλυτικές οδηγίες προς όλες τις φορολογικές αρχές της χώρας για τη φορολογική μεταχείριση νομικών οντοτήτων που δεν αναγνωρίζονται από το ελληνικό φορολογικό δίκαιο αλλά υπόκεινται στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο.
Με την εγκύκλιο επιχειρούνται να απαντηθούν «ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στη Φορολογική Διοίκηση ως προς τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά τη φορολόγηση στην Ελλάδα των περιουσιακών στοιχείων που έχουν ανατεθεί σε διαχείριση εμπιστοσύνης (trust) ή έχουν μεταβιβασθεί σε ίδρυμα (foundation) της αλλοδαπής και των εισοδημάτων που αποκτώνται στα πλαίσια της εν λόγω διαχείρισης που πραγματοποιείται προς όφελος των δικαιούχων του». Ωστόσο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μια συγκεκριμένη οδηγία της εγκυκλίου λειτουργεί ως «Κερκόπορτα» στα «οχυρά» των «τεκμηρίων απόκτησης περιουσιακών στοιχείων» πίσω από τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο αμύνεται κατά των φαινομένων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής όσων έχουν αποκτήσει πλούτο με τρόπο παράνομο ή απλώς θέλουν να αποφύγουν τη δήλωση του πλούτου τους στην Εφορία. Με την οδηγία αυτή δίδεται η δυνατότητα σε όσους έχουν αποκτήσει αλλά δεν έχουν δηλώσει στις ελληνικές φορολογικές αρχές τεράστιου ύψους κεφάλαια να αποφύγουν την σε βάρος τους εφαρμογή των διατάξεων του παλαιού και του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για τις «τεκμαρτές δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων».
Στην εγκύκλιο διευκρινίζεται κατ’ αρχήν ότι: «To trust, άλλως εμπίστευμα - θεσμός με προέλευση το αγγλοσαξονικό δίκαιο - αποτελεί ιδιόμορφο καθεστώς διαχείρισης και εκκαθάρισης περιουσίας, το οποίο στερείται νομικής προσωπικότητας και δημιουργείται είτε με δήλωση του κυρίου της περιουσίας είτε με μεταβίβαση αυτής, εν ζωή είτε με διαθήκη. Ο ιδρυτής του εμπιστεύματος (settlor ή trustor) συμβάλλεται με πράξη συστάσεως (settlement) με τον εμπιστευματούχο (trustee) και του μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αυτός διαχειρίζεται προς όφελος άλλων προσώπων εμπιστευματοδόχων ή ωφελούμενων (beneficiaries) ή και του ίδιου (εμπιστευματούχου) ή και του ιδρυτή του εμπιστεύματος για εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, τον οποίο ορίζει. Ειδικότερα, ο εμπιστευματούχος αποκτά την περιουσία του ιδρυτή διακριτά από τη δική του περιουσία και οφείλει να τη διατηρεί και να την αποδίδει σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος, οι δε δικαιούχοι-ωφελούμενοι είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες, τα οποία απολαμβάνουν των ωφελειών του εμπιστεύματος από τους εμπιστευματούχους, είτε μέσω τακτικών πληρωμών, είτε με τη λήξη του εμπιστεύματος, επίσης βάσει των όρων που έθεσε ο ιδρυτής του (εν ζωή ή μετά θάνατον)».
