
της Σούζαν Τζωρτζ,
από το Άρδην τ. 98,
Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014
Η Ντελφίν Μπατό πίστευε πως ήταν υπουργός Οικολογίας. Φανταζόταν ότι οι δημοκρατικές εκλογές, τα θεσμικά όργανα της Δημοκρατίας, της είχαν εμπιστευθεί την εξουσία να αναλάβει δημόσια δράση προς όφελος του κοινού συμφέροντος, όπως επιθυμούσαν οι ψηφοφόροι του 2012. Πίστευε πως, ενισχυμένη με αυτή τη νομιμοποίηση, θα μπορούσε να αντιταχθεί κυρίως στις καταστροφικές γεωτρήσεις προς αναζήτηση σχιστολιθικού αερίου στη Γαλλία. Η νεαρή γυναίκα κατέρρευσε ένα πρωί, τον Ιούνιο του 2013, ανακαλύπτοντας ένα άρθρο στην εφημερίδα Les Échos, από το οποίο μάθαινε, και η Γαλλία μαζί της, ότι, σύμφωνα με τα λόγια ενός μεγάλου επιχειρηματία, ήταν μια «πραγματική καταστροφή» και ότι η «επιρροή της στην κυβέρνηση πρόκειται να περιοριστεί».
Στο βιβλίο της Insoumise (Ανυπότακτη), η Ντελφίν Μπατό γράφει: «Μία αναφορά που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν: ο πρόεδρος της εταιρείας Vallourec [συγγραφέας των αναφερθέντων σχολίων] είναι σύζυγος της Συλβί Υμπάκ (Sylvie Hubac), διευθύντριας του γραφείου του Φρανσουά Ολάντ».
Στη συνέχεια, η Ντελφίν Μπατό εκδιώχθηκε από την κυβέρνηση. Αντιθέτως, η Συλβί Υμπάκ βρίσκεται πάντα στο Μέγαρο των Ηλυσίων και ο σύζυγός της εξακολουθεί να διευθύνει μεγάλη γαλλική εταιρεία, παγκόσμιο πρωταθλητή στην κατασκευή σωλήνων για γεωτρήσεις πετρελαίου… Η πρώην εκπρόσωπος Τύπου του υποψήφιου για την Προεδρία, Ολάντ, έμαθε με σκληρό τρόπο ποιος έχει πραγματικά την εξουσία. Η μαρτυρία της μπορεί να συμπεριληφθεί στα εκατοντάδες ανέκδοτα που αναφέρει η Σούζαν Τζωρτζ στο βιβλίο της Les Usurpateurs (Οι Σφετεριστές), που περιγράφει την ύπουλη κατάληψη της εξουσίας από τις μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες σε βάρος των δημοκρατικών θεσμών.
Παγκοσμιοποίηση της ισχύος
Η κοινή γνώμη τις υποδεικνύει με τον όρο «πολυεθνικές». Ονομάζονται Pfizer, Siemens, Total, Shell, General Electric… Η συγγραφέας προτιμά να τις αποκαλεί «δι-εθνικές», επειδή, όπως σωστά λέει, αυτές οι εταιρείες διοικούνται από άτομα που έχουν συγκεκριμένη εθνικότητα. Είναι γερά ριζωμένες στις διάφορες χώρες και γνωρίζουν πώς να τις χρησιμοποιούν, ακόμα και να τις μεταβάλλουν σε βαμπίρ, για να τις καταστήσουν βάσεις των κατακτήσεών τους έξω από τα σύνορα. Εδώ και καιρό, αυτά τα δι-εθνικά συγκροτήματα, που συχνά εξυμνούνται ως «εθνικοί πρωταθλητές» από τα μέσα ενημέρωσης, είναι σε θέση να επηρεάζουν τις αποφάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του κράτους. Αυτό που ισχύει στη Γαλλία ισχύει επίσης και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη δεκαετία του ’90, ένας μοιρολάτρης Μπιλ Κλίντον παραδέχτηκε ο ίδιος μπροστά στους έκπληκτους δημοσιογράφους, που είχαν συγκεντρωθεί στο προεδρικό αεροπλάνο: «Τι θέλετε να κάνω; Δεν είμαι παρά πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις».
Η Ντελφίν Μπατό πίστευε πως ήταν υπουργός Οικολογίας. Φανταζόταν ότι οι δημοκρατικές εκλογές, τα θεσμικά όργανα της Δημοκρατίας, της είχαν εμπιστευθεί την εξουσία να αναλάβει δημόσια δράση προς όφελος του κοινού συμφέροντος, όπως επιθυμούσαν οι ψηφοφόροι του 2012. Πίστευε πως, ενισχυμένη με αυτή τη νομιμοποίηση, θα μπορούσε να αντιταχθεί κυρίως στις καταστροφικές γεωτρήσεις προς αναζήτηση σχιστολιθικού αερίου στη Γαλλία. Η νεαρή γυναίκα κατέρρευσε ένα πρωί, τον Ιούνιο του 2013, ανακαλύπτοντας ένα άρθρο στην εφημερίδα Les Échos, από το οποίο μάθαινε, και η Γαλλία μαζί της, ότι, σύμφωνα με τα λόγια ενός μεγάλου επιχειρηματία, ήταν μια «πραγματική καταστροφή» και ότι η «επιρροή της στην κυβέρνηση πρόκειται να περιοριστεί».
Στο βιβλίο της Insoumise (Ανυπότακτη), η Ντελφίν Μπατό γράφει: «Μία αναφορά που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν: ο πρόεδρος της εταιρείας Vallourec [συγγραφέας των αναφερθέντων σχολίων] είναι σύζυγος της Συλβί Υμπάκ (Sylvie Hubac), διευθύντριας του γραφείου του Φρανσουά Ολάντ».
Στη συνέχεια, η Ντελφίν Μπατό εκδιώχθηκε από την κυβέρνηση. Αντιθέτως, η Συλβί Υμπάκ βρίσκεται πάντα στο Μέγαρο των Ηλυσίων και ο σύζυγός της εξακολουθεί να διευθύνει μεγάλη γαλλική εταιρεία, παγκόσμιο πρωταθλητή στην κατασκευή σωλήνων για γεωτρήσεις πετρελαίου… Η πρώην εκπρόσωπος Τύπου του υποψήφιου για την Προεδρία, Ολάντ, έμαθε με σκληρό τρόπο ποιος έχει πραγματικά την εξουσία. Η μαρτυρία της μπορεί να συμπεριληφθεί στα εκατοντάδες ανέκδοτα που αναφέρει η Σούζαν Τζωρτζ στο βιβλίο της Les Usurpateurs (Οι Σφετεριστές), που περιγράφει την ύπουλη κατάληψη της εξουσίας από τις μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες σε βάρος των δημοκρατικών θεσμών.
Παγκοσμιοποίηση της ισχύος
Η κοινή γνώμη τις υποδεικνύει με τον όρο «πολυεθνικές». Ονομάζονται Pfizer, Siemens, Total, Shell, General Electric… Η συγγραφέας προτιμά να τις αποκαλεί «δι-εθνικές», επειδή, όπως σωστά λέει, αυτές οι εταιρείες διοικούνται από άτομα που έχουν συγκεκριμένη εθνικότητα. Είναι γερά ριζωμένες στις διάφορες χώρες και γνωρίζουν πώς να τις χρησιμοποιούν, ακόμα και να τις μεταβάλλουν σε βαμπίρ, για να τις καταστήσουν βάσεις των κατακτήσεών τους έξω από τα σύνορα. Εδώ και καιρό, αυτά τα δι-εθνικά συγκροτήματα, που συχνά εξυμνούνται ως «εθνικοί πρωταθλητές» από τα μέσα ενημέρωσης, είναι σε θέση να επηρεάζουν τις αποφάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του κράτους. Αυτό που ισχύει στη Γαλλία ισχύει επίσης και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη δεκαετία του ’90, ένας μοιρολάτρης Μπιλ Κλίντον παραδέχτηκε ο ίδιος μπροστά στους έκπληκτους δημοσιογράφους, που είχαν συγκεντρωθεί στο προεδρικό αεροπλάνο: «Τι θέλετε να κάνω; Δεν είμαι παρά πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις».

