Από το 2010 στο 2020 στην Ελλάδα προστέθηκαν 25 επιπλέον ημέρες εργασίας για το κράτος για να καλύψουν οι πολίτες τα έξοδά τους, ενώ ο υψηλός συντελεστής ΦΠΑ σε συνδυασμό με σημαντικές αυξήσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης ή τη θέσπιση νέων ΕΦΚ, όπως ο ΕΦΚ σε καύσιμα, αλκοολούχα ποτά, καφέ, καπνικά, επικοινωνίες, τρόφιμα κάνει το κόστος διαβίωσης αβάσταχτο. Βάσει των κυριότερων κατηγοριών των κρατικών εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, το 2022 θα χρειαστεί να δουλέψουμε 76 ημέρες για την πληρωμή έμμεσων φόρων, 62 ημέρες για την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών, 42 ημέρες για την πληρωμή άμεσων φόρων και 1 ημέρα για την πληρωμή των φόρων κεφαλαίου.
της Γεωργίας Κριεμπάρδη
Δύο πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες παρουσιάζει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦιΜ), τους δύο τελευταίους μήνες, που αφορούν την ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα, αλλά και τη φορολογική επιβάρυνση που καλούνται οι πολίτες της χώρας να σηκώσουν στις πλάτες τους.
Η μελέτη για την ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης πραγματοποιήθηκε από τον οικονομολόγο, Μιχάλη Μητσόπουλο, και παρουσιάζει δεδομένα μέχρι και το 2020, πριν τον πόλεμο Ουκρανίας-Ρωσίας αλλά και την εμφάνιση της πανδημίας. Στην έρευνα γίνεται σαφές πως σημαντικό ρόλο στο αίσθημα ακρίβειας που νιώθουν οι πολίτες παίζει το επίπεδο του ΑΕΠ της χώρας. Συγκεκριμένα, στη χώρα μας, όπως γενικά στις χώρες με συγκριτικά χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, τα αγαθά είναι ακριβότερα από τις υπηρεσίες σε σχέση με το μέσο εισόδημα των καταναλωτών. Αντιθέτως, στις χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ αναλογικά ακριβότερες είναι οι υπηρεσίες και αναλογικά φθηνότερα τα αγαθά.
Στα χρόνια της βαθιάς κρίσης, η υψηλή φορολογία ενίσχυσε το φαινόμενο της ακρίβειας, ενώ δηλαδή οι μισθοί έπεφταν, οι φόροι παρέμεναν υψηλά. Κι αυτό ήταν ξεκάθαρα κυβερνητικά πολιτική. Η κυβέρνηση επέλεξε να κάνει δημοσιονομική προσαρμογή, στο πλαίσιο ελέγχου από την Τρόικα, αυξάνοντας τις δαπάνες κι όχι κόβοντας φόρους. Η κυβέρνηση επέλεξε αύξηση φορολογίας, κάτι που ακόμη ισχύει και πληρώνουμε.
της Γεωργίας Κριεμπάρδη
Δύο πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες παρουσιάζει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦιΜ), τους δύο τελευταίους μήνες, που αφορούν την ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα, αλλά και τη φορολογική επιβάρυνση που καλούνται οι πολίτες της χώρας να σηκώσουν στις πλάτες τους.
Η μελέτη για την ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης πραγματοποιήθηκε από τον οικονομολόγο, Μιχάλη Μητσόπουλο, και παρουσιάζει δεδομένα μέχρι και το 2020, πριν τον πόλεμο Ουκρανίας-Ρωσίας αλλά και την εμφάνιση της πανδημίας. Στην έρευνα γίνεται σαφές πως σημαντικό ρόλο στο αίσθημα ακρίβειας που νιώθουν οι πολίτες παίζει το επίπεδο του ΑΕΠ της χώρας. Συγκεκριμένα, στη χώρα μας, όπως γενικά στις χώρες με συγκριτικά χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, τα αγαθά είναι ακριβότερα από τις υπηρεσίες σε σχέση με το μέσο εισόδημα των καταναλωτών. Αντιθέτως, στις χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ αναλογικά ακριβότερες είναι οι υπηρεσίες και αναλογικά φθηνότερα τα αγαθά.
Στα χρόνια της βαθιάς κρίσης, η υψηλή φορολογία ενίσχυσε το φαινόμενο της ακρίβειας, ενώ δηλαδή οι μισθοί έπεφταν, οι φόροι παρέμεναν υψηλά. Κι αυτό ήταν ξεκάθαρα κυβερνητικά πολιτική. Η κυβέρνηση επέλεξε να κάνει δημοσιονομική προσαρμογή, στο πλαίσιο ελέγχου από την Τρόικα, αυξάνοντας τις δαπάνες κι όχι κόβοντας φόρους. Η κυβέρνηση επέλεξε αύξηση φορολογίας, κάτι που ακόμη ισχύει και πληρώνουμε.
