Ενα από τα πιο σημαντικά προβλήματα του αγροτικού χώρου αυτή την περίοδο είναι η λεηλασία και το ξεπούλημα που γίνεται στα ακίνητα των συνεταιρισμών
Του Βαγγέλη Αποστόλου
Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ
Η αγροτική πίστη στη χώρα μας ήταν ταυτόσημη με την Αγροτική Τράπεζα, τουλάχιστον μέχρι το 1991, αλλά και μέχρι το 2012 που η ΑΤΕ μεταφέρθηκε σε ιδιωτική τράπεζα. Είχε δε κύριο αντικείμενο τη στήριξη των αγροτών και των οργανώσεών τους, πράγμα που λειτούργησε αρκετές φορές σε λάθος παρεμβάσεις στην αγορά, αλλά και σε ποδηγέτηση τον χώρο.
Η είσοδός μας όμως στην ΕΟΚ βάζει κι άλλον παίκτη στον χώρο, την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), και μάλιστα πολύ δυναμικά, γιατί φέρνει μεν κοινοτικές ενισχύσεις (το 55% των πόρων του ΕΣΠΑ), αλλά απαγορεύει στις κυβερνήσεις να ενισχύουν την αγροτική δραστηριότητα.
Εκτοτε τόσο η ΑΤΕ όσο και οι οργανώσεις με τους ιδιώτες απορρόφησαν πολλά κοινοτικά κονδύλια, χωρίς να διαθέτουν την απαραίτητη συμμετοχή, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν τέτοιες δυσκολίες που οδήγησαν και την αγροτική πίστη σε άλλα μονοπάτια. Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για τον τρόπο λειτουργίας των συνεταιρισμών εκείνη την περίοδο, ένα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ήταν η κακοδιαχείριση των οικονομικών τους.
Με σειρά νόμων επιχειρήθηκε πολλές φορές να ρυθμιστούν τα δάνεια αγροτών, συνεταιρισμών και ιδιωτικών επιχειρήσεων του αγροτικού τομέα. Ενδεικτικά αναφέρονται οι νόμοι: 2008/92, 2237/94, 2538/98 και 3259/2004, γνωστός και ως νόμος για τα πανωτόκια. Παρά το γεγονός ότι είχαν ευρεία εφαρμογή, δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν ριζικά το πρόβλημα της υπερχρέωσης που δημιουργήθηκε κυρίως κατά την περίοδο 1990-2000, που τα επιτόκια κυμαίνονταν σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Μάλιστα οι ρυθμίσεις των δανείων που πραγματοποιήθηκαν από τους δύο πρώτους νόμους κρίθηκαν από τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια ότι αντίκεινται στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και ζητήθηκε η ανάκτηση ποσού 460 εκατ. ευρώ, που ύστερα από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμορφώθηκε αρχές του 2018 στα 100 εκατ. ευρώ, ένα ποσό που κι αυτό είναι δύσκολο να εξυπηρετηθεί.
Οπως είναι γνωστό, όταν η ΑΤΕ το 2012 οδηγήθηκε σε εκκαθάριση, τα θεωρούμενα ενήμερα δάνεια πέρασαν στην Τράπεζα Πειραιώς, ενώ τα υπερήμερα παρέμειναν υπό εκκαθάριση στην PQH. Τα ποσά αυτών των δανείων, με στοιχεία του 2017, ανέρχονται για τα φυσικά πρόσωπα (αγρότες) στο 1,9 δισ. ευρώ και για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς στο 1,6 δισ., δηλαδή συνολικά στα 3,5 δισ. Αφορούν δε 700 συνεταιρισμούς, μεταξύ των οποίων και αρκετοί ενεργοί με παραγωγική παρουσία στην περιφέρειά τους και 85.000 λογαριασμούς φυσικών προσώπων.
















