Η συµβολαιακή γεωργία, για παράδειγµα, εξελίσσεται σε έναν θεσµό µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Βεβαίως, θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι δεν πρόκειται για κάτι εντελώς καινούργιο. Ο τρόπος µε τον οποίο λειτούργησε µετά την ίδρυσή της το 1963 και για πολλά χρόνια η Ελληνική Βιοµηχανία Ζάχαρης, αποτέλεσε πρότυπο συµβολαιακής παραγωγής, µε ιδιαιτέρως θετικά αποτελέσµατα.
Στις συµβάσεις βασίζεται εδώ και χρόνια και ο τοµέας παραγωγής βιοµηχανικής ντοµάτας, χωρίς ωστόσο να συνοδεύεται από το ίδιο βάθος συνεργειών και κανόνων και χωρίς να εξασφαλίζει τα ίδια αποτελέσµατα για τους συµβαλλόµενους. Ακόµη πιο επιφανειακή υπήρξε κατά καιρούς στις περισσότερες περιπτώσεις η συµβολαιακή που εφαρµόσθηκε στην καπνοκαλλιέργεια, η εµβέλεια της οποίας έχει περιορισθεί για τους γνωστούς λόγους.
Ο θεσµός της συµβολαιακής επανήλθε δριµύτερος µετά την απορρόφηση της Αγροτικής Τράπεζας από την Τράπεζα Πειραιώς (2011). Επιστρατεύτηκε θα λέγαµε σ’ εκείνη τη φάση, κυρίως για να καλύψει τους πιστωτικούς κινδύνους µιας νεότευκτης συστηµικής τράπεζας µε µικρή σχετικά εµπειρία στη χρηµατοδότηση της αγροτικής παραγωγής.
Επί της ουσίας, τα πρώτα τριµερή σχήµατα συµβολαιακής (τράπεζα, αγρότες, µεταποιητικές επιχειρήσεις) έδιναν στους αγρότες τη δυνατότητα να συνεχίσουν να επωφελούνται από τα λεγόµενα µέχρι τότε καλλιεργητικά δάνεια, παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι θα παραδώσουν την παραγωγή τους σε συγκεκριµένη µεταποιητική µονάδα. Η τελευταία των συµβεβληµένων αναλάµβανε µια είδους δέσµευση για την αποπληρωµή του δανείου του αγρότη, αν και εφόσον αυτό κρίνονταν απαραίτητο, µε αντίκρισµα την παραγωγή που θα παραλάµβανε.





