Του Λεωνίδα Στεργίου,
capital.gr
Οι τράπεζες προετοιμάζουν την επόμενη ημέρα, η οποία θα είναι ψηφιακή. Ωστόσο, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα μεταβατικό στάδιο, το οποίο θα πρέπει να καλύπτει, ταυτόχρονα, τις ανάγκες της νέας και της παλιάς γενιάς πελατών. Βασικός παράγοντας στην εξίσωση είναι να βρεθεί ένα μεταβατικό μοντέλο που θα έχει αποσβεστεί μέχρι την ώρα που πλέον δεν θα χρειάζεται ή που θα μπορεί να αξιοποιηθεί την επόμενη ημέρα. Εξάλλου, το ποσό των επενδύσεων των τραπεζών σε τεχνολογία και μετασχηματισμό υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει το μισό δισ. ευρώ στην τριετία.
Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο "Τράπεζες 2.0" κατ’ αντιστοιχία με το "Ελλάδα 2.0" καθώς τόσο οι προϋπολογισμοί όσο και οι σχεδιασμοί μετάβασης στο νέο τραπεζικό μοντέλο εκτείνονται μέχρι το 2027, ενώ βασικά συστατικά αποτελούν τα κριτήρια βιωσιμότητας. Όλα αυτά θα πρέπει να σχεδιαστούν βάσει της νέας γενιάς πελατών που βρίσκονται στο ηλικιακό εύρος 30-44 ετών και της μελλοντικής γενιάς που σήμερα είναι κάτω των 18-20 ετών. Αυτές οι δύο ηλικιακές ομάδες διαφέρουν από την αμέσως επόμενη των 45-55 ετών και ακόμα περισσότερο με τους πελάτες με μεγαλύτερες ηλικίες. Σήμερα, οι ηλικίες μέχρι 44 έτη αποτελούν περίπου το 60% της πελατείας των τραπεζών, με τις ηλικίες έως 25% να αποτελούν το 15%. Και αυτό το 60% της πελατείας είναι πιο συντηρητικό και έχει σημαντικά χαμηλότερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με το υπόλοιπο 40% που ανήκει σε μεγαλύτερες ηλικίες και κυρίως άνω των 65 ετών.
Από τα δικά τους στοιχεία και από ποιοτικές έρευνες που πραγματοποιούν οι τράπεζες προκύπτουν εντυπωσιακά συμπεράσματα για το προφίλ της νέας γενιάς, βάσει της οποίας σχεδιάζεται το νέο τραπεζικό μοντέλο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
Εισόδημα. Τα εισοδήματα των νέων είναι σημαντικά χαμηλότερα από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Όσο μειώνεται το ηλικιακό κλιμάκιο, τόσο πέφτει η αγοραστική δύναμη. Είναι χαρακτηριστικό το στοιχείο που προέκυψε κατά τη στροφή των τραπεζών στην στεγαστική πίστη προκειμένου να επανασχεδιάσουν τα δάνεια αυτά βάσει τη νέας ζήτησης. Ένας νέος ηλικίας 20 ετών με βασικό μισθό θα χρειαστεί αποταμίευση του 30% του μισθού του για 50 χρόνια προκειμένου να αγοράσει μια "τυπική" κατοικία 60 τ.μ. αξίας 130.000 ευρώ. Αντίστοιχα, το ζευγάρι θα χρειαστεί γύρω στα 24 χρόνια. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια γενιά που με τα σημερινά δεδομένα δύσκολα θα αποκτήσει σπίτι, χωρίς μία χρηματοδοτική λύση προσαρμοσμένη στη νέα πραγματικότητα ή αν δεν υπάρχει βοήθεια από την οικογένεια. Το τελευταίο είναι περισσότερο εμφανές, σχεδόν κανόνας, σε μεγαλύτερα ηλικιακά κλιμάκια (30-55 ετών) που λαμβάνουν βοήθεια από γονείς και παππούδες (άνω των 65 ετών). Στο σημερινό μεταβατικό στάδιο παρατηρείται μεταβίβαση πλούτου από τα μεγαλύτερα ηλικιακά κλιμάκια προς τα νεότερα. Αυτό, όμως, με την πάροδο του χρόνου θα αρχίσει να φθίνει μέχρι να εξαφανιστεί.
Οι τράπεζες προετοιμάζουν την επόμενη ημέρα, η οποία θα είναι ψηφιακή. Ωστόσο, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα μεταβατικό στάδιο, το οποίο θα πρέπει να καλύπτει, ταυτόχρονα, τις ανάγκες της νέας και της παλιάς γενιάς πελατών. Βασικός παράγοντας στην εξίσωση είναι να βρεθεί ένα μεταβατικό μοντέλο που θα έχει αποσβεστεί μέχρι την ώρα που πλέον δεν θα χρειάζεται ή που θα μπορεί να αξιοποιηθεί την επόμενη ημέρα. Εξάλλου, το ποσό των επενδύσεων των τραπεζών σε τεχνολογία και μετασχηματισμό υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει το μισό δισ. ευρώ στην τριετία.
Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο "Τράπεζες 2.0" κατ’ αντιστοιχία με το "Ελλάδα 2.0" καθώς τόσο οι προϋπολογισμοί όσο και οι σχεδιασμοί μετάβασης στο νέο τραπεζικό μοντέλο εκτείνονται μέχρι το 2027, ενώ βασικά συστατικά αποτελούν τα κριτήρια βιωσιμότητας. Όλα αυτά θα πρέπει να σχεδιαστούν βάσει της νέας γενιάς πελατών που βρίσκονται στο ηλικιακό εύρος 30-44 ετών και της μελλοντικής γενιάς που σήμερα είναι κάτω των 18-20 ετών. Αυτές οι δύο ηλικιακές ομάδες διαφέρουν από την αμέσως επόμενη των 45-55 ετών και ακόμα περισσότερο με τους πελάτες με μεγαλύτερες ηλικίες. Σήμερα, οι ηλικίες μέχρι 44 έτη αποτελούν περίπου το 60% της πελατείας των τραπεζών, με τις ηλικίες έως 25% να αποτελούν το 15%. Και αυτό το 60% της πελατείας είναι πιο συντηρητικό και έχει σημαντικά χαμηλότερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με το υπόλοιπο 40% που ανήκει σε μεγαλύτερες ηλικίες και κυρίως άνω των 65 ετών.
Από τα δικά τους στοιχεία και από ποιοτικές έρευνες που πραγματοποιούν οι τράπεζες προκύπτουν εντυπωσιακά συμπεράσματα για το προφίλ της νέας γενιάς, βάσει της οποίας σχεδιάζεται το νέο τραπεζικό μοντέλο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
Εισόδημα. Τα εισοδήματα των νέων είναι σημαντικά χαμηλότερα από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Όσο μειώνεται το ηλικιακό κλιμάκιο, τόσο πέφτει η αγοραστική δύναμη. Είναι χαρακτηριστικό το στοιχείο που προέκυψε κατά τη στροφή των τραπεζών στην στεγαστική πίστη προκειμένου να επανασχεδιάσουν τα δάνεια αυτά βάσει τη νέας ζήτησης. Ένας νέος ηλικίας 20 ετών με βασικό μισθό θα χρειαστεί αποταμίευση του 30% του μισθού του για 50 χρόνια προκειμένου να αγοράσει μια "τυπική" κατοικία 60 τ.μ. αξίας 130.000 ευρώ. Αντίστοιχα, το ζευγάρι θα χρειαστεί γύρω στα 24 χρόνια. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια γενιά που με τα σημερινά δεδομένα δύσκολα θα αποκτήσει σπίτι, χωρίς μία χρηματοδοτική λύση προσαρμοσμένη στη νέα πραγματικότητα ή αν δεν υπάρχει βοήθεια από την οικογένεια. Το τελευταίο είναι περισσότερο εμφανές, σχεδόν κανόνας, σε μεγαλύτερα ηλικιακά κλιμάκια (30-55 ετών) που λαμβάνουν βοήθεια από γονείς και παππούδες (άνω των 65 ετών). Στο σημερινό μεταβατικό στάδιο παρατηρείται μεταβίβαση πλούτου από τα μεγαλύτερα ηλικιακά κλιμάκια προς τα νεότερα. Αυτό, όμως, με την πάροδο του χρόνου θα αρχίσει να φθίνει μέχρι να εξαφανιστεί.