Αν και ήταν καταστροφή για τον Νότο, που έχασε τελικά περισσότερο από το ένα πέμπτο των νεαρών ανδρών του, οι αποσχιστές πίστευαν ότι θα τα καταφέρουν όταν ξεκινούσαν τον αμερικανικό εμφύλιο, το 1861. Κι αυτό γιατί πίστευαν ότι κατείχαν το ισχυρό οικονομικό όπλο της εποχής, που λεγόταν βαμβάκι, γράφει στους New York Times ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, με το βλέμμα στην Ουκρανία.
Πίστευαν ότι η διακοπή της προσφοράς βαμβακιού, από το οποίο εξαρτιόταν βαθιά η οικονομία της Βρετανίας, θα ανάγκαζε τη ηγέτιδα δύναμη της εποχής να παρέμβει στο πλευρό της Συνομοσπονδίας. Πράγματι, ο Εμφύλιος δημιούργησε αρχικά μια «πείνα βαμβακιού», που άφησε χιλιάδες Βρετανούς χωρίς δουλειά. Στο τέλος, φυσικά, η Βρετανία παρέμεινε ουδέτερη - εν μέρει επειδή οι Βρετανοί εργάτες είδαν τον Εμφύλιο ως μια σταυροφορία ενάντια στη σκλαβιά.
Αυτή η παλιά ιστορία, λέει ο Κρούγκμαν, έχει προφανή σχέση με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν είδε την εξάρτηση της Ευρώπης, και ειδικότερα της Γερμανίας, από το ρωσικό φυσικό αέριο ακριβώς όπως οι ιδιοκτήτες σκλάβων έβλεπαν την εξάρτηση της Βρετανίας από τον "King Cotton": σαν μια μορφή οικονομικής εξάρτησης που απενοχοποιεί τις στρατιωτικές του φιλοδοξίες.
Και δεν είχε εντελώς άδικο. Η Γερμανία φάνηκε απρόθυμη να κάνει οικονομικές θυσίες για χάρη της Ουκρανίας. Ακόμη, όταν Βρετανία και ΗΠΑ έσπευδαν να παράσχουν αντιαρματικούς πυραύλους στο Κίεβο, η Γερμανία πρόσφερε… 5.000 κράνη.
Επίσης, αν ήταν ακόμη πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ, θα είχε δικαιωθεί το στοίχημα του Πούτιν ότι το διεθνές εμπόριο θα ήταν μέσο καταναγκασμού και όχι ειρήνης, συνεχίζει ο διάσημος οικονομολόγος, θέτοντας ευρύτερα το ζήτημα της σχέσης μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολέμου.
