Μετάφραση/Επιμέλεια: Ανδρέας Κοσιάρης
Την περασμένη Πέμπτη 11 Μαρτίου συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια(σ.σ. έτος αναφοράς το 2021) από τον Μεγάλο Σεισμό της Ανατολικής Ιαπωνίας. Ο μεγέθους 9,1 βαθμών κλίμακας Ρίχτερ σεισμός, ο ισχυρότερος στην Ιαπωνική ιστορία, πυροδότησε ένα τεράστιο τσουνάμι που έφτασε σε ύψος 16,7 μέτρων, και η συνδυασμένη ισχύς τους διέλυσε την βορειοανατολική Ιαπωνική περιοχή Τοχόκου. Το τσουνάμι χτύπησε το ανεπαρκώς προστατευμένο Πυρηνικό Εργοστάσιο Φουκουσίμα Νταΐιτσι, οδηγώντας σε τήξη τρεις από τους έξι πυρηνικούς αντιδραστήρες και στη χειρότερη πυρηνική καταστροφή από το Τσέρνομπιλ το 1986. Η τριπλή αυτή καταστροφή είναι επί της ουσίας ένα κατηγορητήριο κατά του καπιταλισμού, που υποβαθμίζει την ασφάλεια και την ανθρώπινη ζωή στο όνομα του κέρδους.
Υπολογίζεται ότι 18.500 χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ περίπου 2.500 παραμένουν επισήμως αγνοούμενοι. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι αναγκάστηκαν να αφήσουν τις εστίες τους. Σήμερα, 41.000 είναι ακόμα κατηγοριοποιημένοι ως εκτοπισμένοι, ενώ 23.000 δεν μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους γύρω από το εργοστάσιο της Φουκουσίμα. Η ανακατασκευή της περιοχής έχει κοστίσει περισσότερα από 30 τρισ. γιεν (275 δισ. δολάρια) και πιστεύεται ότι η απόσυρση και ο καθαρισμός του πυρηνικού εργοστασίου θα διαρκέσει τρεις ακόμα δεκαετίες.
Νερό συνεχίζει να αντλείται και να διοχετεύεται στους κατεστραμμένους αντιδραστήρες, ώστε να τους διατηρήσει σε χαμηλή θερμοκρασία, και μεγάλες ποσότητες υψηλά ραδιενεργού ύδατος αποθηκεύονται σε ατσάλινες δεξαμενές έξω από τις εγκαταστάσεις. Η Ιαπωνική κυβέρνηση και ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου, η Tokyo Electric Power Company (TEPCO), σχεδιάζουν να αδειάσουν το ραδιενεργό νερό στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η επιθυμία αυτή συναντά τις έντονες αντιδράσεις των Ιαπώνων ψαράδων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το στίγμα και την πιθανή απώλεια εσόδων λόγω της ανησυχίας του κοινού για την ασφάλεια των αλιευμάτων τους.