Διδάγματα από μια «πανδημία» που δεν έκατσε: υγειονομικός κεϋνσιανισμός, εμβόλια και ο ιός H1N1 το 2009
Από το autonomeantifa.gr
Κούμπωσε ένα ζάναξ και βλέπουμε: υγειονομικός κεϋνσιανισμός και προβολή της κρίσης στο μέλλον
«Η ανεξέλεγκτη χρήση και τιμολόγηση ιατρικών υλικών μεγαλώνει την «τρύπα» στα οικονομικά των ασφαλιστικών Ταμείων, που δεν αποτελούν μόνο βορά επιτήδειων και χρηματιστηριακών εταιρειών αλλά επί σειρά ετών πληρώνουν την έλλειψη ενός αυτονόητου ελέγχου στο σύστημα Υγείας».[1]
Το παραπάνω απόσπασμα είναι ένα τυπικό δημοσίευμα της δεκαετίας του 2000 σχετικά με την αλόγιστη χρήση φαρμάκων. Σύμφωνα με τη λογική που αποπνέει το δημοσίευμα, μία κλίκα επιτήδειων, άτομα και εταιρείες, λυμαινόταν τα ασφαλιστικά ταμεία χρεώνοντάς τα ανεξέλεγκτα με ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες, ενώ το κράτος δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να τους ελέγξει. Ήταν η αφήγηση που πάντα κατέληγε στα περιβόητα λαμόγια, κάτι ύπουλους και καταχθόνιους τύπους που κατάφερναν να σφετεριστούν τα υπάρχοντα του καλοκάγαθου γίγαντα που ονομάζεται κράτος και ευθύνονταν που «έπεσε η χώρα στα βράχια» το 2010.
Όπως έχουμε εξηγήσει στο παρελθόν, η «αλόγιστη φαρμακευτική δαπάνη» δεν ήταν μία παθογένεια, μία παρέκβαση της λειτουργίας του κράτους∙ αντιθέτως ήταν μία συνειδητή κρατική πολιτική, ιδιαίτερα από το 2000 και μετά[2].
Το ελληνικό καπιταλιστικό οικονομικό υπόδειγμα είχε κατά βάση εφοπλιστές, τουρισμό και εργασία υποτιμημένων μεταναστών, μαζί με δανεικό ευρωπαϊκό χρήμα που διαχεόταν πυραμιδωτά στην ελληνική κοινωνία. Αλλά και πάλι όλα αυτά δεν ήταν αρκετά σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο οξυμένης καπιταλιστικής κρίσης. Μετά από μία σύντομη περίοδο χρηματιστηριακού παροξυσμού που έληξε άδοξα για τις τσέπες των ελλήνων μικροαστών το 1999, η βασική πηγή αισιοδοξίας ήταν η ολυμπιάδα του 2004 και οι δημόσιες δαπάνες που σκόρπιζαν χρήμα στην ελληνική οικονομία, έστω κι αν ο σκοπός ήταν η δημιουργία ενός γηπέδου για το λαοφιλές άθλημα του μπάντμιντον.
Πλάι σε όλα αυτά όμως, άρχισε να αναδύεται ως μία λογική και εύλογη πολιτική η χρήση των ασφαλιστικών ταμείων, των εισφορών δηλαδή της εργατικής τάξης, προς όφελος της εθνικής οικονομίας και της ντόπιας φαρμακοβιομηχανίας. Όχι ότι δεν γινόταν διαχρονικά ο σφετερισμός των ταμείων από το κράτος και η συσκότιση αυτής της λειτουργίας από την ελληνική αριστερά. Αλλά η αυξανόμενη σημασία του ιατρικού/φαρμακευτικού τομέα της οικονομίας ήταν ένα διεθνές φαινόμενο κι επιπλέον οι κοινωνικές σχέσεις που έφτιαχνε είχαν πολύ μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη σημασία απ’ ό,τι η δημιουργία γηπέδων μπάντμιντον.
Από τη δεκαετία του ΄90 και μετά, ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού άρχισαν να γίνονται αντιληπτά περισσότερο ως «ασθενείς» παρά ως πολίτες. Ήταν σίγουρα αυτοί που σήμερα αποκαλούνται «ευπαθείς ομάδες» και όλοι οι μεγαλύτερης ηλικίας που βρίσκονταν στον προθάλαμο τού να γίνουν «ευπαθής ομάδα». Η οικονομική λειτουργία αυτής της ιατρικοποίησης είχε κι έχει ξεχωριστή σημασία. Η εφημερίδα Ναυτεμπορική μάς πληροφορεί ότι:
Με βάση το δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή της δημόσιας δαπάνης για την υγεία, κάθε 1 ευρώ που το σύστημα επενδύει σε αυτήν, έχει μεσο-μακροπρόθεσμη απόδοση 4 ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας. Επιπλέον, έχει τεκμηριωθεί ότι η δραστηριότητα παραγωγής και εμπορίας φαρμάκων στην Ελλάδα προκαλεί σημαντικές θετικές επιδράσεις στην οικονομία και στην απασχόληση. Όπως προκύπτει από μελέτη του ΙΟΒΕ που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα, κάθε ένα ευρώ αύξησης του ακαθάριστου προϊόντος στον κλάδο του φαρμάκου, οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ της χώρας κατά 3,9 ευρώ. Επίσης, σε κάθε έναν από τους εργαζόμενους στον κλάδο του φαρμάκου, αντιστοιχεί συνολική συνεισφορά στην απασχόληση ίση με 5,7 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, σε εθνικό επίπεδο[3].








