Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων πελάτη τράπεζας σε εταιρία ενημέρωσης οφειλετών παραβιάζουν την ΕΣΔΑ
Δικηγόρος Παρ’ Εφέταις Θεσσαλονίκης
Τον Ιανουάριο του 2021, υπεβλήθη εμπρόθεσμα προσφυγή κατά της Ελλάδας για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο ΕΔΔΑ και συγκεκριμένα για παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντα σε δίκαιη δίκη, στην περιουσία, αλλά και στο δικαίωμα για ιδιωτική ζωή (άρθρα 6 και 8 της ΕΣΔΑ και άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής). Η προσβολή κατά τον προσφεύγοντα συνετελέσθη από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, ως όργανο του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς από οι αποφάσεις του Δικαστηρίου εν προκειμένω συγκρούονται με πλήθος ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων, ενώ η απόφαση 3/2020 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένες κρίσεις και τα κατώτερα Δικαστήρια, απαξιώνοντας εν γένει το πλαίσιο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στη χώρα μας.
Κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με την οποία αναγνωρίστηκε παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 από τράπεζα, η οποία διαβίβασε τα δεδομένα δανειολήπτη σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, χωρίς να τον ενημερώσει νομίμως κατ’ άρθρο 11 παρ 1 και 3 του Ν. 2472/1997 η ηττηθείσα τράπεζα άσκησε αίτηση αναίρεσης, προσβάλλοντας μόνο την μια από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης, ήτοι την παράλειψη περί ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, χωρίς όμως να προσβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου περί απουσίας νόμιμης ενημέρωσης και για το σκοπό επεξεργασίας των δεδομένων κατά το χρόνο συλλογής.
Η αίτηση της αυτή συζητήθηκε αντιμωλία ενώπιον του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και επί της οποίας εκδόθηκε η αριθμού 171/2019 απόφαση του δικαστηρίου, η οποία κατά πλειοψηφία (3-2) απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της τράπεζας και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια του δικαστηρίου, λόγω διαφοράς μίας ψήφου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 563, § 2β΄του ΚΠολΔ, ως προς το ζήτημα και μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης εάν δηλαδή η δανείστρια τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων όφειλε να ενημερώνει ειδικώς το υποκείμενο για τη διάθεση των δεδομένων του στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, ή αρκεί κατά νόμο, το γεγονός ότι η τράπεζα κατά το χρόνο συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια (τράπεζα) ή και από εκείνους που εκτελούν την επεξεργασία κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, ως αποδέκτες δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων.
Πλην όμως εσφαλμένα εφόσον η προσβληθείσα εφετειακή απόφαση στήριξε την παραδοχή και το βάσιμο της έφεσης, ως προς τη παράλειψη ενημέρωσης πριν τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων, σε επάλληλη αιτιολογία που κάθε μία στήριζε αυτοτελώς το διατακτικό της, κρίνοντας ότι η τράπεζα παρέλειψε να ενημερώσει εγγράφως το υποκείμενο, με τρόπο πρόσφορο και σαφή αφενός για το σκοπό επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων και αφετέρου για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών τους. Επομένως, εφόσον η τράπεζα πρόσβαλε μόνο τη τελευταία από τις επάλληλες αιτιολογίες αυτές, έπρεπε η αίτηση της για την αναίρεση της εφετειακής απόφασης να είχε απορριφθεί από το τμήμα του Αρείου Πάγου ως αλυσιτελής και αυτεπάγγελτα, κατά πάγια νομολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 621/2007).
Κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με την οποία αναγνωρίστηκε παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 από τράπεζα, η οποία διαβίβασε τα δεδομένα δανειολήπτη σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, χωρίς να τον ενημερώσει νομίμως κατ’ άρθρο 11 παρ 1 και 3 του Ν. 2472/1997 η ηττηθείσα τράπεζα άσκησε αίτηση αναίρεσης, προσβάλλοντας μόνο την μια από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης, ήτοι την παράλειψη περί ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, χωρίς όμως να προσβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου περί απουσίας νόμιμης ενημέρωσης και για το σκοπό επεξεργασίας των δεδομένων κατά το χρόνο συλλογής.
Η αίτηση της αυτή συζητήθηκε αντιμωλία ενώπιον του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και επί της οποίας εκδόθηκε η αριθμού 171/2019 απόφαση του δικαστηρίου, η οποία κατά πλειοψηφία (3-2) απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της τράπεζας και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια του δικαστηρίου, λόγω διαφοράς μίας ψήφου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 563, § 2β΄του ΚΠολΔ, ως προς το ζήτημα και μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης εάν δηλαδή η δανείστρια τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων όφειλε να ενημερώνει ειδικώς το υποκείμενο για τη διάθεση των δεδομένων του στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, ή αρκεί κατά νόμο, το γεγονός ότι η τράπεζα κατά το χρόνο συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια (τράπεζα) ή και από εκείνους που εκτελούν την επεξεργασία κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, ως αποδέκτες δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων.
Πλην όμως εσφαλμένα εφόσον η προσβληθείσα εφετειακή απόφαση στήριξε την παραδοχή και το βάσιμο της έφεσης, ως προς τη παράλειψη ενημέρωσης πριν τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων, σε επάλληλη αιτιολογία που κάθε μία στήριζε αυτοτελώς το διατακτικό της, κρίνοντας ότι η τράπεζα παρέλειψε να ενημερώσει εγγράφως το υποκείμενο, με τρόπο πρόσφορο και σαφή αφενός για το σκοπό επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων και αφετέρου για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών τους. Επομένως, εφόσον η τράπεζα πρόσβαλε μόνο τη τελευταία από τις επάλληλες αιτιολογίες αυτές, έπρεπε η αίτηση της για την αναίρεση της εφετειακής απόφασης να είχε απορριφθεί από το τμήμα του Αρείου Πάγου ως αλυσιτελής και αυτεπάγγελτα, κατά πάγια νομολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 621/2007).




