“Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα.” – Άλμπερτ Αϊνστάιν
Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι, δυστυχώς, φανταστική. Μοιάζει να βγήκε από ταινία τρόμου, ειδικά μόλις μαθαίνουμε ότι συνέβη μια Παρασκευή και 13. Συγκεκριμένα την Παρασκευή, 13 Μαρτίου του 1964.
Ήταν τρεις η ώρα το πρωί και η Κάθριν Τζενοβέζε γύριζε σπίτι από τη βραδινή της βάρδια. Έμενε στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, σε μια πολυκατοικημένη αστική περιοχή.
Αφού πάρκαρε το αυτοκίνητο της προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας της. Εκεί αντιλήφθηκε, μέσα στις σκιές, έναν άντρα –που πιθανότατα της φάνηκε ύποπτος- και γύρισε για να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο της ή να τηλεφωνήσει στην αστυνομία.
Δεν πρόλαβε. Ο άντρας, ονόματι Γουίνστον Μόουζλι, την πρόφτασε και της έχωσε ένα μαχαίρι στην πλάτη. Καθώς εκείνη στράφηκε να τον αντιμετωπίσει τη μαχαίρωσε και στην κοιλιά.
Η Κάθριν άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια! Με σκοτώνουν! Βοηθήστε με!»
Φώτα άναψαν στις κοντινές κατοικίες και κουρτίνες κουνήθηκαν στα παράθυρα. Αλλά κανείς δε βγήκε να δει τι συνέβαινε. Ο Μόουζλι στην κατάθεση του αργότερα δήλωσε: «Αισθάνθηκα ότι κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δε θα κατέβαινε τις σκάλες.» Και έτσι έγινε.
Μόνο ένας άντρας φώναξε: «Άσε ήσυχο το κορίτσι.»
Ο Μόουζλι έφυγε γρήγορα και η Κάθριν σύρθηκε μέχρι την είσοδο του σπιτιού της.

