
«Μιλάς ελληνικά;». «Ελληνας είμαι». «Εδώ κοιμάσαι;». «Τις τελευταίες μέρες, ναι». «Πώς βρέθηκες στον δρόμο;». «Δεν έχω πού να πάω». «Οικογένεια;»… Γύρισε την πλάτη, δεν ξαναείπε λέξη, ούτε σήκωσε το βλέμμα. Εστρωσε την κουβέρτα στο φαρδύ πεζούλι, έκανε μαξιλάρι μια αλλαξιά ρούχα που έβγαλε από το χαρτόκουτο (ενός ακριβού εκτυπωτή) και έμεινε για λίγο να κοιτάζει το «νοικοκυριό» του.
Το ίδιο πεζούλι στην πίσω «αυλή» της Τραπέζης της Ελλάδος, μεταξύ των οδών Εδουάρδου Λω και Ομήρου, μοιράζονται το τελευταίο διάστημα τουλάχιστον πέντε - έξι άνθρωποι. Αλλοι τόσοι, Ελληνες και αλλοδαποί, περνούν τις νύχτες τους στο προηγούμενο τετράγωνο, ανάμεσα στο κουφάρι του ιστορικού κινηματογράφου Αττικόν και στο (υπερφωτισμένο) κατάστημα αλυσίδας ηλεκτρικών ειδών της πλατείας Κοραή, ενώ ακόμα πιο χαμηλά, από το ύψος της Σανταρόζα μέχρι την Ομόνοια, επίσης διακρίνονται χαρτόνια και πολυχρησιμοποιημένοι υπνόσακοι μέσα σε στοές ή στην είσοδο ξενοίκιαστων μαγαζιών.
