
Του Δημήτρη Βερβεσού*
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα για τον εισαγγελικό κλάδο είναι η εφαρμογή των νεοπαγών Κωδίκων, του Ποινικού Κώδικα και της νέας Ποινικής Δικονομίας. Μέσα στο νέο κανονιστικό τοπίο που δημιουργείται, με φέρον χαρακτηριστικό τον αναβαθμισμένο ρόλο του Εισαγγελέα στην ποινική προδικασία, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες Εισαγγελείς καλούνται να σταθούν αντάξιοι της βασικής τους αποστολής στο σύγχρονο κράτος δικαίου: της αποφασιστικής συμβολής στην δίωξη του εγκλήματος, της
κατίσχυσης της έννομης τάξης, αλλά και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κάθε πολίτη, με απόλυτο σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα που απονέμουν η συνταγματική και
δικονομική δικαιοταξία.
Εδώ ακριβώς άλλωστε συναντώνται, κατά το θεσμικό τους ρόλο και Εισαγγελείς και δικηγόροι. Ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης συνιστούν, και οι δύο, υπαρξιακούς άξονες της απονομής της. Δεν είναι αντίπαλοι που μάχονται σε διαφορετικά στρατόπεδα. Υπερασπίζονται και οι δύο τις αρχές του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας και μοιράζονται πάντοτε την αγωνία για τη δίκαιη κρίση.
Παρότι οι νέοι Κώδικες -με ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις που και εμείς έχουμε επισημάνει- φέρνουν έναν αέρα ανανέωσης στην ποινική δικαιοσύνη, μετά από σχεδόν επτά δεκαετίες ισχύος του προϊσχύσαντος ΠΚ, δεν είναι δυστυχώς το ίδιο ευοίωνες όλες οι διαπιστώσεις για το θεσμό που διακονούμε.
Αναγκάζομαι να κάνω δημόσια μια θλιβερή διαπίστωση: Η Δικαιοσύνη νοσεί. Νοσεί διότι βάλλεται εντός και εκτός των τειχών. Και όταν βάλλεται η δικαιοσύνη, βαλλόμεθα όλοι: όχι μόνο οι συλλειτουργοί της, δικαστές και οι δικηγόροι, αλλά και το σύνολο των διαδίκων και του ελληνικού λαού, τον οποίο καλείται η δικαιοσύνη να υπηρετήσει και στο όνομα του οποίου απονέμεται. Ξεκινώ με τα externa corporis. Είναι ακόμη νωπή η μελάνη του νομοθέτη στην κατάπτυστη διάταξη για την επανεπιβολή του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα αναδρομικώς για ήδη κατατεθείσες αγωγές. Μια διάταξη που όταν θεσμοθετήθηκε το 2011, δέχθηκε την ομόθυμη κατάκριση του νομικού κόσμου.
Είναι γνωστό ότι από την πρώτη στιγμή η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής είχε διατυπώσει σοβαρότατες ενστάσεις για τη συνταγματικότητά της. Η συνέχεια δόθηκε από τμήμα της νομολογίας που θαρραλέα τάχθηκε υπέρ της αντισυνταγματικότητας της διάταξης, καθώς υπονομεύει εξόφθαλμα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και πλήττει δυσανάλογα τους πλέον οικονομικά αδύναμους διαδίκους. Υπό το βάρος των αντιδράσεων αυτών η διάταξη καταργήθηκε από την προηγούμενη Κυβέρνηση και επανήλθαμε στη δικονομική κανονικότητα, δηλ. την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου μόνον επί καταψηφιστικών αιτημάτων. Την κανονικότητα αυτή διαταράσσει τώρα βίαια η Κυβέρνηση με νυχτερινή, εκπρόθεσμη βουλευτική (ν)τροπολογία, η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό χωρίς καμία προηγούμενη θεσμική και ουσιαστική διαβούλευση με το νομικό
κόσμο.