.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΟΣ : ΜΗΝ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ !!!!

ΔΑΝΕΙΑ ΜΕ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
http://kinima-ypervasi.blogspot.gr/2014/08/blog-post_78.html

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΟΣ

Φημολογείται  ότι η Κυβέρνηση επιστρατεύει μέτρα-φωτιά για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που πήραν δάνεια με την εγγύηση του δημοσίου, τα οποία όμως κατέπεσαν  στη συνέχεια.              

Κατά τα φημολογούμενα λοιπόν, το υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζεται να αποστείλει ατομικές ειδοποιήσεις σε χιλιάδες  φορολογούμενους - δανειολήπτες με σημαντικά χρέη προς το δημόσιο, τα οποία προέρχονται από κατάπτωση εγγυήσεων.


Δηλαδή το υπουργείο Οικονομικών σκοπεύει εν ολίγοις να προβεί για τα ΚΟΚΚΙΝΑ ΔΑΝΕΙΑ ΜΕ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ στην ΒΕΒΑΙΩΣΗ τους στην ΕΦΟΡΙΑ και να ακολουθήσουν και ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ !!!

ΜΗΝ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΘΕΙΤΕ ΟΥΤΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΕΧΕΙ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠ' ΑΡ. 5/1989 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
ΟΤΑΝ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΙΝΑΙ ΕΓΓΥΗΤΗΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΙ ΚΛΗΘΕΙ ΩΣ ΕΓΓΥΗΤΗΣ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ, ΤΟΤΕ ΥΠΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΗ ΔΑΝΕΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΙΔΙΩΤΗΣ.



ΙΔΟΥ ΚΑΙ Η ΥΠ’ ΑΡ. 5/1989 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Δικαστήριο:
ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
5
Ετος:
1989

Περίληψη
Σύμβαση δανείου - Εγγύηση δημοσίου - Ιδιωτική η διαφορά - Αρμοδιότητα - Ανακοπή κατά εντάλματος προσωπικής κράτησης -. Η αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε για την εκδίκαση ανακοπής κατά εντάλματος προσωπικής κράτησης για οφειλή προς το Δημόσιο, προερχόμενη από σύμβαση δανείου Τράπεζας προς ετερόρρυθμη εταιρία για κάλυψη δαπανών προετοιμασίας εξαγωγών, με εγγύησηδημοσίου, πρέπει να επιλυθεί υπέρ της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου προς εκδίκασή της. Η διαφορά που προκλήθηκε φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία ιδιωτικής διαφοράς, στηριζόμενη σε παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων, η φύση της δε, δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας.

Κείμενο Απόφασης
Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, η οποία φέρεται νομίμως προς συζήτηση μετά την διενέργεια των προβλεπομένων από τα άρθρ.10 παρ.2,45,46 παρ.2 και 47 νόμου 345/1976 κοινοποιήσεων, ζητείται η άρση της αποφατικής συγκρούσεως που δημιουργήθηκε η από τις υπ' αριθ.5749/1987 και 678/1988 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως, με τις οποίες κρίθηκε τελεσιδίκως ότι ούτε το πολιτικόν, ούτε το διοικητικόν δικαστήριον είχαν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ανακοπής του αιτούντος κατά εντάλματος προσωπικής κρατήσεως που εκδόθηκε εναντίον του, για οφειλή προς το Δημόσιον προερχόμενη από αθέτηση συμβατικής του υποχρεώσεως.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ.1 του νόμου 345/1976, ο οποίος εκδόθηκε κατ' επιταγήν του άρθρου 100 του Συντάγματος, "εφ' όσον τα κατά το άρθρο 44 παρ.1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως, η σύγκρουσης αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου, δια καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της νεωτέρας αποφάσεως". Κατά την σαφή έννοια της προαναφερομένης διατάξεως, η τελεσιδικία των δύο αποφάσεων από τις οποίες προήλθε η αποφατική σύγκρουση, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως περί άρσεως της σύγκρουσης αυτής. Ο νόμος αξιώνει κατά τρόπον αδιάστικτον και χωρίς ειδικώτερον προσδιορισμόν, τελεσίδικη περί ελλείψεως δικαιοδοσίας κρίση των δικαστηρίων, από τις αποφάσεις των οποίων προήλθε η αποφατική σύγκρουση και συνεπώς είναι πρόδηλον ότι η τασσόμενη από την ως άνω διάταξη προϋπόθεση της τελεσιδικίας συντρέχει όχι μόνον στην περίπτωση κατά την οποία οι αποφάσεις αυτές δεν υπέκειντο από της εκδόσεως των σε έφεση, διότι εκδόθησαν από δευτεροβάθμια δικαστήρια ή από πρωτοβάθμια δικαστήρια, ανεκκλήτως όμως κατά νόμον, αλλά και όταν υπέκειντο μεν κατά τον χρόνον της εκδόσεως των σε έφεση, ακολούθως όμως κατέστησαν τελεσίδικος με οποιονδήποτε νόμιμον τρόπον και ειδικώτερα δια παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτών ή δι' αποδοχής των εκ μέρους του έχοντος δικαίωμα εφέσεως. Αντίθετη άποψη δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τα οριζόμενα στην αυτή διάταξη, ότι η κατάθεση της αιτήσεως περί άρσεως της αποφατικής συγκρούσεως πρέπει να λάβει χώραν εντός 90 ημερών από της δημοσιεύσεως της νεώτερης των αποφάσεων από τις οποίες προκλήθηκε η σύγκρουση, διότι η τελευταία αυτή ρύθμιση αφορά στην συνηθέστερη περίπτωση, κατά την οποία η αποφατική σύγκρουση προκαλείται από αποφάσεις που εκδίδονται από δευτεροβάθμια δικαστήρια, προς την οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι εξομοιούται και η περίπτωση των ανεκκλήτων αποφάσεων πρωτοβαθμίων δικαστηρίων. Εκ τούτων έπεται ότι η προθεσμία των 90 ημερών εντός της οποίας πρέπει να κατατεθεί η αίτηση περί άρσεως της συγκρούσεως εκείνης αρχίζει από τις προκαλέσασες την σύγκρουση η οποία κατέστη τελεσίδικη βραδύτερον σε σχέση με την άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του αιτούντος εκδόθηκε το υπ' αριθ.461/1987 ένταλμα προσωπικής κρατήσεως από τον διευθυντή του Ταμείου Γενικών Εσόδων Θεσσαλονίκης για οφειλή του προς το Δημόσιον, προερχόμενη από σύμβαση εγγυήσεως δανείου που εχορήγησε το έτος 1978 η Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος προς καθοριζόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, για κάλυψη δαπανών προετοιμασίας εξαγωγών, με εγγύηση του Δημοσίου, τους όρους του οποίου φέρεται ότι δεν ετήρησε η ως άνω πρωτοφειλέτιδα. Κατά του εντάλματος τούτου ο αιτών άσκησε αρχικώς την από 27-8-1987 ανακοπή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίον με την υπ' αριθμ.5794/21-12-1987 απόφαση του απέρριψε αυτήν, με την αιτιολογία ότι εστερείτο δικαιοδοσίας, εφ' όσον η διαφορά δεν ήταν διοικητική ως προερχόμενη από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Παραλλήλως ήσκησε και ενώπιον του Πολ.Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 16-10-1987 ανακοπή, συζητηθείσα την 28-1-1988, η οποία επίσης απερρίφθη με την υπ' αριθ.678/19-3-1988 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι επρόκειτο περί διοικητικής διαφοράς υπαγομένης, κατά τον νόμον 1406/1983, στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφ' όσον το ένταλμα εκδόθηκε μετά την 11-6-1985. Και οι δύο αυτές αποφάσεις υπέκειντο στον ένδικον μέσον της εφέσεως και ειδικώτερα η του διοικητικού δικαστηρίου βάσει του άρθρ.8 του νόμου 1406/1983 και η του πολιτικού δικαστηρίου βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρ.511 και 513 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. Από τις προσκομιζόμενες δε εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χρ.Νάκου, υπό χρονολογίαν 6-6-1988, προκύπτει ότι έλαβε χώραν επίδοση των ανωτέρω αποφάσεων στον Υπουργόν Οικονομικών, ως εκπρόσωπον του Δημοσίου, ενώ από την συζήτηση της δεύτερης ανακοπής την 28-1-1988 ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου τεκμαίρεται αποδοχή της αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου. Επομένως, εφ' όσον κανείς από τους διαδίκους δεν άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας, η προκαλέσασα την αποφατική σύγκρουση απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη (βλ. Α.Ε.Δ.3/85, 4/85) και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση, που κατατέθηκε την 20-7-1988, όπως προκύπτει από την πράξη του αρμοδίου γραμματέαως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών του καθ' ού.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρ.94 παρ.1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικώς στην δικαιοδοσία των εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ισχύν του Συντάγματος, της προθεσμίας αυτής δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου. Κατά δε την παρ. 3 του αυτού άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, ως και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που ανατίθενται σε αυτά δια νόμου. Από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών στα διοικητικά, χωρίς να εξειδικεύει την έννοιά των, συγχρόνως όμως χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση των είναι ιδιωτικές. Κατά το άρθρ.63 παρ.1 και 2 Κ.Ε.Δ.Ε. επιτρέπεται η προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιον, η οποία ενεργείται με ένταλμα που εκδίδεται από τον διευθυντή του δημοσίου Ταμείου στο οποίο βεβαιώθηκε το χρέος που καθορίζονται λεπτομερώς τα στοιχεία του εντάλματος τούτου. Με το άρθρ.73 δε του αυτού Κώδικος ρυθμίζεται λεπτομερώς η άσκηση ανακοής κατά του ως άνω εντάλματος και γενικώς της διοικητικής εκτελέσεως εκ μέρους του θιγομένου ιδιώτη ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, υπό τις ειδικώτερες διακρίσεις που ορίζονται σε αυτό. Τέλος, με το άρθρ.1 του νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικώς αναφερομένων περιπτώσεων
περιλαμβάνονται στην παρ.2 εδ.ια' του άρθρου τούτου και οι αναφερόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ.356/1974). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Η προσωπική κράτηση αποτελεί μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση απαιτήσεως του Δημοσίου, η οποία είναι δυνατόν να προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτού και του οφειλέτη του. Στην περίπτωση αυτή ο τίτλος του άρθρ.2 παρ.2 Κ.Ε.Δ.Ε., που αποτελεί το θεμέλιον της διοικητικής εκτελέσεως αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με την έκδοση του σχετικού εντάλματος. Επομένως η διαφορά που δημιουργείται από την άσκηση ανακοπής κατ' αυτού εκ μέρους του θιγομένου ιδιώτη φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοικήσεως και την είσπραξη της απαιτήσεως από το δημόσιον Ταμείον. Κατ' ακολουθίαν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της διαφοράς αυτής, ως ιδιωτικής, έχουν και μετά την ισχύν του νόμου 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια και όχι τα διοικητικά, κατά την ρητή επιταγή του Συντάγματος. Κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, η απαίτηση προς ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενον ένταλμα στηρίζεται σε φερόμενη παραβίαση εκ μέρους του αιτούντος συμβατικής υποχρεώσεώς του, προερχομένης από σύμβαση εγγυήσεως δανείου που εχορήγησε προς ετερόρρυθμη εταιρία η Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδας, εγγυητής της οποίας υπήρξε και το καθ' ού, υπό τους όρους που εκτίθενται λεπτομερώς στην αίτηση. Με τα δεδομένα αυτά η προκύψασα και συνεπώς η δημιουργηθείσα αποφατική σύγκρουση πρέπει να επιλυθεί υπέρ της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου προς εκδίκαση αυτή, στο οποίον πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, εξαφανιζομένης της αντίθετης αποφάσεώς του (άρθρ.47 παρ.4 του νόμου 345/1976). Μετά ταύτα το δικαστήριον, εκτιμώντας τις περιστάσεις, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρ.22 παρ.3 του νόμου τούτου, κρίνει ότι πρέπει να απαλλαγούν οι διάδικοι της δικαστικής δαπάνης.

Πρόεδρος:
Αντ. Στασινός
Εισηγητές:
Νικ. Καβαλιέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

SSL Certificates