«Όσοι είχαν στο παρελθόν την ευκαιρία να προβληματιστούν για την εξέλιξη της νεωτερικότητας περιέγραψαν θετικές κατακτήσεις και πολλά υποσχόμενους μετασχηματισμούς, γεμάτους προοπτική και ελπίδα, που προκαλούσαν ενθουσιασμό. Αν δει κανείς αυτές τις κατακτήσεις από το παρατηρητήριο του τέλους του αιώνα, πολλές από τις αλλαγές του σύγχρονου κόσμου αποτέλεσαν πράγματι αδιαμφισβήτητες προόδους. Πριν από τους παγκόσμιους πολέμους, η Ιστορία μπορούσε να παρομοιαστεί με μια πορεία κατακτήσεων, έναν “κόσμο ασφάλειας”, που σιγά σιγά εδραιωνόταν. Αργότερα, όμως, με αφετηρία τα έργα που ο Ζίμελ ή ο Μπένγιαμιν (ή ένας οξυδερκής πρωτοπόρος σαν τον Μποντλέρ) αφιέρωσαν στην ανάλυση της νεωτερικότητας της εποχής τους -εκείνη την εξαιρετική περίοδο ανάμεσα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η “πρωτεύουσα του αιώνα” (δηλαδή της νεωτερικότητας), μετά το Λονδίνο, ταλαντευόταν μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου, για να μετακομίσει στη συνέχεια προς τη Νέα Υόρκη και τον Νέο Κόσμο-, οι αλλαγές άρχισαν να αποπνέουν αβεβαιότητα, να είναι αμφιλεγόμενες, αν όχι καθαρά αρνητικές, ανησυχητικές και απειλητικές. Κάποια στιγμή, τα σήματα κινδύνου άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η νεωτερικότητα άλλαζε όψη: από δέσμη θετικών ευκαιριών, μετατρεπόταν σε κάτι άλλο. Σήμερα, μετά τους φασισμούς και τους κομμουνισμούς, μετά την παγκοσμιοποίηση και τις επιπτώσεις της, οι αναλυτές του σύγχρονου κόσμου δεν έχουν την ίδια τύχη με τους προκατόχους τους: τα γεγονότα που καλούνται να περιγράψουν είναι συχνά απώλειες, μορφές υποβάθμισης, αναγγελίες κρίσεων, ακόμη και καταστροφές.
Όταν πρόκειται για προόδους, οι πρόοδοι αυτές έχουν βαρύ τίμημα.
‘‘Από αμιγώς ρεαλιστική σκοπιά, ενώ οι στόχοι και οι διατυμπανιζόμενες αξίες της Αριστεράς διαστρεβλώθηκαν ή απέβησαν κενό γράμμα (ισότητα, δικαιοσύνη, ταξική πάλη, κοινωνικό κράτος), η Δεξιά δεν διακρίθηκε τόσο για τις πολιτικές επαγγελίες της, όσο για την ταύτισή της με τη νεωτερικότητα, τον εκσυγχρονισμό και την πάσης αποχρώσεως ευημερία. Το να δηλώνει σήμερα ο πολίτης ότι είναι κομμουνιστής αγγίζει τα όρια του γελοίου, ενώ αντίθετα ο φιλελεύθερος, αυτός που πιστεύει στην ελεύθερη αγορά και στον εκσυγχρονισμό, έχει επαφή με το ιστορικό παρόν ‘‘ («Το μειλίχιο τέρας», σ. 13-14).
