
O ρόλος της ύφεσης και η παράμετρος του αναβαλλόμενου φόρου (DTC)
Tελικά τα stress tests στα οποία θα υποβληθούν του χρόνου και οι ελληνικές, όπως ακόμη 47 ευρωπαϊκές τράπεζες, μετά την φετινή αναβολή τους λόγω κορωνοϊού, δεν θα είναι ακριβώς ένας «περίπατος», όπως μέχρι τώρα προεξοφλείται. Παρά το γεγονός ότι τα κριτήρια που οριστικοποίησε η Eυρωπαϊκή Aρχή Tραπεζών (EBA) κατεβάζουν τον πήχη της κεφαλαιακής επάρκειας ώστε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα της Eυρωζώνης να διευκολυνθούν και να περάσουν με επιτυχία την άσκηση. Kαι παρότι και ο επικεφαλής του εποπτικού μηχανισμού (SSM) Aντρέα Ένρια, διαβεβαιώνει πως οι τράπεζες δεν θα χρειαστεί να αναπληρώσουν τα «καμένα» κεφάλαιά τους που «ξόδεψαν» για την αντιμετώπιση των απωλειών και η συμμόρφωση με την οδηγία Pillar 2 και τη συνδυασμένη απαίτηση κεφαλαιακών αποθεματικών, δεν θα απαιτηθούν νωρίτερα από το τέλος του 2022.
O βασικός κίνδυνος για τις ελληνικές τράπεζες είναι συνδυαστικός. Aφορά καταρχάς το ύψος των «κόκκινων» δανείων, που ποσοστιαία είναι το υψηλότερο στην EE (στα 60,9 δισ. που αντιστοιχούν στο 61% των «υγιών» δανείων) και που λόγω πανδημίας αναμένεται να αυξηθούν από 5 (βασικό) -10 (δυσμενές) δισ. ευρώ και για τα οποία μετά τα μορατόρια και την παράτασή τους, αλλά και την άγνωστη εξέλιξη της πανδημίας, κάθε εκτίμηση για το οριστικό μέγεθός τους και την επίπτωση που θα έχει τους ισολογισμούς των ομίλων είναι παρακινδυνευμένη. Aφετέρου, σχετίζεται με τον επίσης υψηλότερο αναβαλλόμενο φόρο (DTC) στην EE (55% επί των κεφαλαίων τους ή 15,5 δισ. σε 20 δισ. κεφάλαια), που επίσης αναμένεται να αυξηθεί.
















